parallax background

Αφιέρωμα Dirty Granny Tales: The Art of Telling Stories

the local fuzz team
22/03/2019
Άρθρα - Αφιερώματα
Dirty Granny Tales, Άρθρα - Αφιερώματα

Είναι πραγματικά λίγα τα εγχώρια σχήματα για τα οποία μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ακολούθησαν μια εντελώς ξεχωριστή και ταυτόχρονα μοναχική πορεία. Γκρουπ για τα οποία δυσκολευόμαστε να βρούμε αντίστοιχο τους στην ελληνική σκηνή. Σε αυτή την εκλεκτή κατηγορία ανήκουν ονόματα όπως οι Dirty Granny Tales ή η Δαιμόνια Νύμφη. Στο παρόν αφιέρωμα θα ασχοληθούμε με τους πρώτους (θα έρθει σύντομα και η σειρά των δεύτερων), με την ευκαιρία της επανόδου τους στη χώρα μας (έχουν από χρόνια ως βάση τη Γερμανία) για να ξαναπαρουσιάσουν το αγαπημένο Rejection. Το Local Fuzz γυρνάει στο παρελθόν ενθυμούμενο δύο από τις καλύτερες παραστάσεις των Dirty Granny Tales καθώς και μια διαφωτιστική κουβέντα μαζί τους.

Didis Son

(Θέατρο Ροές, 15/03/09)

Όταν στο σανίδι ανεβαίνουν οι σκοτεινοί παραμυθάδες DIRTY GRANNY TALES μια βόλτα από την εκάστοτε θεατρική σκηνή καθίσταται επιβεβλημένη. Μια βόλτα που μετατρέπεται σε ταξίδι στον κόσμο του φανταστικού, που η μεταφορά του στην πραγματικότητα αποτελεί ένα παρακινδυνευμένο τόλμημα.

Έχοντας ήδη επαφή με το συγκεκριμένο avant – garde συγκρότημα από παλιά, η προσμονή για κάθε παράσταση τους είναι μεγάλη. Τα 100 και πλέον άτομα που βρισκόταν στον μικρό χώρο του θεάτρου έγιναν μάρτυρες μια πολύ πρωτότυπης αφήγησης, η τεχνοτροπία της οποίας μπορεί να μην άλλαξε ούτε στο ελάχιστο, εμπλουτίστηκε όμως με πλειάδα νέων στοιχείων.

Σαφώς το θέατρο είναι ένα μέρος που τους αρμόζει, κι όχι για παράδειγμα το ασφυκτικά μικρό για αυτούς Texas Necropolis (ή όπως αλλιώς λεγόταν), όπου τους είχε φιλοξενήσει κάποτε. Μια μεγάλη σκηνή για να μπορέσουν να ξεδιπλώσουν τις δημιουργικές πτυχές των ιστοριών τους. Με μια σαφή διάσταση μεταξύ του αφηγητή και των υπόλοιπων μελών του συγκροτήματος ξεκίνησε εν μέσω καταχνιάς η μυστηριώδης αυτή παράσταση. Ο ήχος από τα ακουστικά όργανα, πλήρως εναρμονισμένος άρχισε να δονεί την υπόστασή μας, φέρνοντας στο φως συναισθήματα που είχαμε λησμονήσει. Γυρίσαμε στην παιδική μας ηλικία, κι όπως τότε γίναμε δέκτες θρύλων απαγορευμένων, μυστικών. Που ποτέ δεν θα έπρεπε να είχαμε ακούσει. Ο διαρκής επιβλητικός τόνος του τσέλου, το μελαγχολικό άκουσμα του μαντολίνου, σε συνδυασμό με την ξεχωριστή παρουσία του αφηγητή που εναλλάσσονταν καταπληκτικά μεταξύ των θεατρικών ρόλων, σε έβαζε για τα καλά στην θέση των μαριονεττών που εκείνη την στιγμή βρίσκονταν πάνω στο σανίδι.

Όλη η παράσταση μπορεί να χαρακτηρισθεί ως διάλογος μεταξύ άψυχων ανδρείκελων και ηθοποιών, φανταστικού και πραγματικού, χρόνου ανυπόστατου και υπαρκτού. Τόσο η διήγηση μπλεκόταν που κι οι θεατές έχαναν την φυσική ακολουθία των πραγμάτων και όποτε ήταν η ώρα να χειροκροτήσουν έμεναν κάποια δευτερόλεπτα πίσω. Και στα πλαίσια αυτού του διαλόγου οι οργανοπαίκτες είχαν την τιμητική τους. Πότε ο κακόκεφος μπασίστας, πότε ο μελαγχολικός αρλεκίνος που χειριζόταν την κιθάρα και το μαντολίνο, και πότε ο τρελός για τα σίδερα καλικάντζαρο-ντράμερ καλούνταν διαδοχικά από τις μαριονέτες να τις συντροφέψουν σε αυτό το υποκριτικό ταξίδι. Δεν έχει νόημα, πιστεύω να σας κάνω μια περίληψη την ιστορίας που εξελίχθηκε μπροστά στα μάτια μας για περίπου 80 λεπτά, κι αυτό γιατί θα κλέψω από σας αυτό το ξεχωριστό συναίσθημα της έκπληξης. Έτσι δε θα αναφέρω κάποιες μικρές αλλά πού εντυπωσιακές λεπτομέρειες που σε αφήνουν με το στόμα ανοικτό, εκεί κάπου στο τέλος.

Το μακρύ χέρι του δημιουργού απομακρύνει έναν-έναν τους θιασώτες αυτού του εκπληκτικού θεατρικού έργου. Τα φώτα σβήνουν για τελευταία φορά και όλοι αποχαυνωμένοι περιμένουμε το ελάχιστο κίνητρο για να ξεσπάσουμε σε χειροκροτήματα. Τελευταία, βαθιά υπόκλιση από τα μέλη του συγκροτήματος και πλέον ανοίγονταν μπροστά μας ο γνώριμος δρόμος της επιστροφής.

Το όλο show είναι μια καινοτομία για τα ελληνικά δεδομένα, κι από ό,τι φάνηκε ο κόσμος έδειξε  το ανάλογο ενδιαφέρον. Σίγουρα οι θεατές δε προέρχονται μόνο από τον χώρο της metal μουσικής. Θεατρόφιλοι και λάτρεις του διαφορετικού βρίσκονται συνήθως ανάμεσα στο κοινό για να παρακολουθήσουν τους DIRTY GRANNY TALES να εξιστορούν τα καταχθόνια παραμύθια της γιαγιάς.

 

To Didi’s Son ανήκει στις δουλειές των Dirty Granny Tales που έλαβαν τελικώς ψηφιακή αποτύπωση, κάτι που δίνει την ευχέρεια στον ακροατή-θεατή να επανέρχεται στην παράσταση όποτε το επιθυμεί, έστω κι αν αυτό γίνεται μέσω ενός δέκτη κι όχι στο φυσικό χώρο του θεάτρου. Ακολουθεί η παρουσίαση του συγκεκριμένου cd/dvd.

 

Didis Son

(Μελωδικές Εικόνες, 2010)

Οι αναφορές στον χώρο του φανταστικού είναι αναρίθμητες. Μέσα από κάθε μορφή τέχνης, από κάθε απλή αναφορά, ο άνθρωπος προσπαθεί να περιγράψει τον κόσμο που κρύβεται πίσω από το πέπλο της πραγματικότητας που μας σκεπάζει. Πόσοι, όμως, ήταν και είναι εκείνοι που κατάφεραν να το ανασηκώσουν, να το προσπελάσουν, να βιώσουν την τρέλα της ατόφιας φαντασίας και τελικά να επιστρέψουν σώοι;

Didi’s Son” είναι το όνομα του δεύτερου δίσκου, που δίνει συνέχεια στο ονειρικό ταξίδι που είχε ως αφετηρία τον «Inversed World» (2008). Δεν νομίζω πως πια χρειάζονται συστάσεις, όμως για όσους το όνομα των Dirty Granny Tales δεν είναι οικείο, αρκεί να αναφέρουμε πως πρόκειται για μια μουσικοθεατρική ομάδα μοναδική στο είδος της στην Ελλάδα. Βέβαια για κάποιους η συνύπαρξη των ήχων της κιθάρας, των κρουστών, του μπάσου και του τσέλου να μη κινεί ιδιαίτερα το ενδιαφέρον, αλλά και μόνο η ύπαρξη ενός καλλιτέχνη που μεταμορφώνεται μέσα από την χροιά που εκάστοτε ιδιοποιείται, κάνει το όλο εγχείρημα το λιγότερο αξιοπρόσεκτο. “Οι Tiger Lilies της Ελλάδας”, όπως συνηθίζουν να τους περιγράφουν. Μόνο που οι μοναδικές κραυγαλέες ομοιότητες είναι η χρήση ακουστικών οργάνων, καθώς και της θεατρικό-οπερετικής χροιάς του τραγουδιστή. Κατά τα άλλα το φανταστικό δημιούργημα των Dirty Granny Tales στηρίζεται πάνω σε πιο σκοτεινά θεμέλια, με ομοιογενή θεματολογία, με έναν ερμηνευτή που εμφυσεί την ζωή σε όποια άψυχη κούκλα πέφτει στα χέρια του, χωρίς νοθευμένη ειρωνεία και ήδη χρησιμοποιημένο χιούμορ. Ενώ, ακόμα και η μουσική, που μπορεί να κατηγοριοποιηθεί στο γαλλικό folk του ’60, ηχεί εξαιρετικά ντόπια, με αρκετές γνώριμες στα αυτιά μας μελωδίες.

Ο δίσκος ακούγεται δίχως διακοπή, και ειδικά αν έχεις ξεχάσει το repeat στο player δεν θα καταλάβεις πότε πρόλαβαν κάποια τραγούδια και σου ακούγονται τόσο οικεία. Άλλα όπως είναι φυσικό από μόνος του ο δίσκος μοιάζει σαν φασολάδα δίχως λάδι. Τρώγεται, χορταίνεις μουσική και ιδέες, αλλά θέλει και την θεατρικότητά του στην πράξη για να τον απολαύσεις. Πώς να το κάνουμε, ο δίσκος από μόνος του δεν θεωρείται ούτε παρηγοριά ούτε δικαιολογία, για όσους δεν έχουν δει το συγκρότημα ζωντανά. Έτσι λοιπόν, οι Dirty Granny Tales θα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται σε εκείνη την λίστα με τους τυχερούς που κατάφεραν να επιστρέψουν από τον κόσμο της φαντασίας, αν και δεν ξέρω πόσο σώοι γύρισαν πίσω.

 

Telion’s Garden

(Θέατρο Χώρα, 02/04/2016)

Τα μέλη των DIRTY GRANNY TALES φροντίζουν ανά τακτά διαστήματα να μας παρουσιάζουν κάποια νέα δουλειά, με πιο πρόσφατη το “Telion’s Garden”. Το «Telion’s Garden» είναι ένα μέρος όχι και τόσο μακριά από τη δική μας πραγματικότητα. Με μια εξαιρετική αφήγηση το συγκρότημα καταφέρνει να ενώσει πολλά διαφορετικά κομμάτια της σύγχρονης -κι όχι μόνο- σκέψης. Από την προπατορική Εδέμ, έως την σύγχρονη υποταγή στο παγκόσμιο σύστημα, το σενάριο κρύβει μια πληθώρα αλληγοριών που γίνονται τροφή για σκέψη και συζήτηση. Έχοντας λοιπόν σαν βάση ένα πολύ δυνατό σεναριακό υπόβαθρο, η μπάντα δεν θα μπορούσε παρά να παρουσιάσει τον γνωστό της εαυτό ώστε να καταπλήξει τους παραβρισκόμενους. Κι όντως έτσι έγινε. Ο αυτοαποκαλούμενος Mouldbreath μας συγκίνησε για μια ακόμα φορά με την τρομερή του ερμηνεία στα φωνητικά, ενώ ο έτερος μαυροφορεμένος Worm Eaten Vagus, έστεκε θεματοφύλακας του ρυθμού και της εκφραστικότητας.

Εκατέρωθεν τους, ο Ulrich Mühe στα ντραμς και η Dalai Theofilopoulou στο τσέλο (την οποία θαυμάσαμε πρόσφατα στην συναυλία των THE OCEAN το 2015) συνέβαλλαν για άλλη μια φορά με τον καλύτερο τρόπο τόσο με την εκτελεστική τους δεινότητα, όσο και με την θεατρική τους παρουσία. Φυσικά από το σύνολο του έργου δεν θα μπορούσε να λείπει ο χορός και η ερμηνευτική προσέγγιση. Το δίδυμο των χορευτριών έδωσε τον καλύτερό τους εαυτό, και παρόλο που έλειπαν οι “ζωντανές” μαριονέττες του παρελθόντος, έφεραν εις πέρας το δύσκολο έργο της αποτύπωσης και της αφήγησης της λεχθείσας ιστορίας.

Αλλά πολλά αποκαλύψαμε. Το όλο show συνεχίζει να βρίσκεται σε πολύ υψηλό επίπεδο, διατηρώντας τα καινοτόμα στοιχεία που το κάνουν να ξεχωρίζει σε ότι έχει να κάνει με τα εγχώρια δρώμενα. Αναμφίβολα πρόκειται για μια παράσταση που δεν προορίζεται μόνο για τον στενό κύκλο της metal κοινότητας. Κάθε άλλο μάλιστα. Είναι μια παράσταση που απευθύνεται σε ένα ευρύ κοινό.

Είναι ωραίο ως θεατές να ερμηνεύουμε (ή τουλάχιστον να προσπαθούμε) τις ιστορίες των άλλων αλλά ακόμα καλύτερο είναι να δίνεται ο λόγος στον δημιουργό. Κάπως έτσι και με αφορμή την παράσταση “Telions Garden είχαμε μια κατατοπιστική συνομιλία (η οποία δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Soundgaze.gr) με τον ιθύνοντα νου του σχήματος, Mouldbreath, ο οποίος μας είπε πολλά και ενδιαφέροντα.  

 

–  Οι παραστάσεις σας είναι οπτικοακουστικά θεάματα, συνεπώς το DVD μοιάζει πιο πρόσφορο μέσο για την αποτύπωση τους σε σχέση με το CD. Συμμερίζεστε αυτή την άποψη;

Το ενδεχόμενο κάποιας καινούριας κυκλοφορίας φυσικά και το έχουμε στο μυαλό μας, απλώς δεν μπορώ να πω πως αυτή την περίοδο είναι στις προτεραιότητες μας.

– Αν δεν κάνω λάθος, έχετε ως μόνιμη βάση πια την Γερμανία. Μιλήστε μας για την εκτός Ελλάδας δραστηριότητα του γκρουπ. Πως είναι η ανταπόκριση του κοινού στις παραστάσεις σας στο εξωτερικό;  

Στις πρώτες μας εμφανίσεις εδώ δεν υπήρχε το τσαγανό από μέρους μας. Το γεγονός ότι ξεκινάμε από την αρχή να χτίσουμε κάτι σε ένα ξένο τόπο μας είχε ευνουχίσει. Αυτό φυσικά φαινότανε on stage. Οπότε και το feedback ήταν ανάλογο ας πούμε. Αλλά μόλις έδεσε η ομάδα και εμείς προσαρμοστήκαμε σε αυτό το περιβάλλον, η δυναμική ήταν κάτι παραπάνω από ικανοποιητική. Μας δένει δύναμη όταν ακούμε από θέατρα πως τους φέραμε τον περισσότερο κόσμο από τότε που ανοίξανε. Λαμβάνοντας υπόψη επίσης σε πόσο ανταγωνιστική πόλη βρισκόμαστε, σίγουρα τέτοια λόγια είναι ένα σοβαρό κίνητρο για μας.

– Πολλοί χαρακτηρίζουν την αισθητική σας ως black metal, φαντάζομαι ότι σας ρωτούν συχνά για αυτό. Σε τι βαθμό όμως έχει επηρεάσει τον ήχο σας το συγκεκριμένο μουσικό είδος;

Να σου πω την αλήθεια δεν έχω ακούσει ποτέ από κάποιον τέτοιο σχόλιο. Έχω ακούσει ότι υπάρχει σαν στοιχείο όμως. Προσωπικά πιστεύω πως πιο πολλοί θα σκεφτούν κάτι τέτοιο επηρεασμένοι από το corpse painting παρά από τη μουσική. Για να γίνω πιο σαφής, το Black Metal είναι μια από τις πολλές μας επιρροές που συνθέτουν το puzzle  της Dirty Granny.

– Για όσους δεν γνωρίζουν την διαδρομή σας πριν τους Dirty Granny Tales, μπορείτε να μας μιλήσετε για το μουσικό background των συμμετεχόντων;

Έχουν γίνει πολλές αλλαγές στη σύνθεση αυτού του σχήματος από τότε που ιδρύθηκε. Δεν θεωρώ τον εαυτό μου αρμόδιο στο να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα, το ιδανικό θα ήταν να απαντούσαν οι ίδιοι όσον αφορά το βιογραφικό τους.

Είμαστε ένα σχήμα που συνδυάζει τέχνες που θα έλεγε κανείς πως πολλές φορές δεν συνηθίζεται τέτοιο πάντρεμα. Για παράδειγμα, το Black Metal  με το χορό και το θέατρο. Οπότε και εμείς ως ομάδα δεν έχουμε το ίδιο background. Στο μουσικό κομμάτι εγώ κι ο αδερφός μου ο Θάνος, έχουμε μια πορεία με αρκετές rock-metal καταβολές συμμετέχοντας σε πολλά σχήματα όπως επίσης συμμετοχές σε θεατρικές παραστάσεις και soundtracks.

– Θα μπορούσατε να αναφέρετε κάποιους μουσικούς ή καλλιτέχνες γενικότερα που συνέβαλλαν στη διαμόρφωση του ιδιαίτερου κόσμου των Dirty Granny Tales;

Οι επιρροές λειτουργούν πάντα υποσυνείδητα, οπότε αν σου αναφέρω γενικώς αγαπημένους μουσικούς είμαι σίγουρος πως έχουν βάλει το χεράκι τους στην ταυτότητα μας ακόμα αν αυτό δεν έγινε εσκεμμένα. Mike Patton, Diamanda Galas, Martyn Jacques, Danny Elfman, David Bowie, Mάνος Χατζιδάκις κλπ.

– Υπήρξαν κάποιες στιγμές που να αισθανθήκατε δικαιωμένοι για τις επιλογές σας, τον κόπο σας και τη μοναχική και ιδιαίτερη διαδρομή που έχετε ακολουθήσει μέχρι σήμερα;

Αν δεν υπήρχαν αυτές οι στιγμές δεν θα μπορούσα να συνεχίσω, η Dirty Granny είναι πολύ απαιτητικό project που δεν σου κρύβω πως παρόλο που το αγαπάω σαν παιδί μου, αντιμετωπίζω δυσκολίες και εμπόδια που πολλές φορές με εξαντλούν. Αλλά δεν μπορείς να τα έχεις όλα σε αυτή τη ζωή. Είναι σαν να έχεις ένα πολύ κακομαθημένο παιδί, θα σου βγάλει την πίστη αλλά θα είναι η λατρεία σου.

– Αλήθεια έχει υπάρξει προσέγγιση από εγχώρια φεστιβάλ για να παρουσιάσετε τις παραστάσεις σας; Κάποιοι θεωρούν ότι θα ήταν ωραίο να πραγματοποιήσετε μια παράσταση σε κάποιο αρχαίο θέατρο (για παράδειγμα το Ηρώδειο). Σκοπεύετε να δοκιμάσετε κάτι τέτοιο;

Θα ήταν μια πολύ ωραία πρόκληση για μας ένα αρχαίο θέατρο, αλλά  μιας και όπως προαναφέραμε υπάρχει το στοιχείο του Metal  στο έργο μας, είναι δύσκολο να προσεγγίσουμε τέτοιους χώρους. Για να έχεις τέτοια αποδοχή πρέπει να ακολουθήσεις κάποιες συνταγές που δεν είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε. Θα ήταν πολύ ασφαλές για μας να διασκευάσουμε τη Μήδεια, ή να αποβάλουμε το Metal στοιχείο, αλλά από την άλλη πλευρά είμαστε πολύ περήφανοι που έχουμε ένα υλικό στα χέρια μας που δεν υπάρχει πουθενά στον κόσμο. Αυτό είναι η ευχή και η κατάρα μας.

– Έχετε κάποια σχέδια για το μέλλον; Υπάρχει κάποια ιδέα ή ιστορία που κυοφορείται αυτή την περίοδο για κάποια επόμενη παράσταση;

Nαι φυσικά και υπάρχουν σχέδια για το μέλλον. Είναι ένα project το οποίο βρίσκεται ακόμα σε πολύ εμβρυακό στάδιο και δε θα ‘θελα να μιλήσω ακόμα.

 

Επιμέλεια αφιερώματος: Νίκος Ζέρης – Κωνσταντίνος Αναγνωστόπουλος