parallax background

Αφιέρωμα Rosetta: Journey to Utopia

the local fuzz team
16/02/2019
Άρθρα - Αφιερώματα
Rosetta, Άρθρα - Αφιερώματα

Στη διαδρομή κάθε συγκροτήματος υπάρχει πάντα ένας δίσκος κομβικός, μια κυκλοφορία που θεωρείται σημείο αναφοράς, μια δουλειά που χαράζει μια νέα πορεία. Στην περίπτωση των Αμερικανών post metallers Rosetta αυτό το ένα άλμπουμ είναι δίχως αμφιβολία το The Anaesthete. Το τέταρτο πόνημα της καριέρας τους σηματοδότησε μια στροφή προς πιο DIY λογική καθώς και μια σταδιακή μεταστροφή του ήχου τους. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμα και η σελίδα τους στο Bandcamp μετονομάστηκε, παίρνοντας το όνομα της από το συγκεκριμένο δίσκο (https://theanaesthete.bandcamp.com). Στο παρόν αφιέρωμα ακολουθούμε την πορεία των Rosetta από την κυκλοφορία του The Anaesthete μέχρι σήμερα, μέσα από την πυκνή παρουσία τους στη δισκογραφία σε αυτό το διάστημα.

The Anaesthete (Self Release, 2013)

Ποτέ δεν έκατσα να ψάξω περισσότερες πληροφορίες για τους ROSETTA. Το μόνο που γνωρίζω καλά όμως για αυτή τη μπάντα είναι ότι όταν το μυαλό βάραινε μετά τα μεσάνυχτα απλά έβαζες έναν από τους τρεις πρώτους δίσκους τους και απλά χανόσουν σε μια υπεργαλαξιακή μινιμαλιστική κενότητα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Προς αποφυγή παρεξηγήσεων, η ύπαρξη του συγκροτήματος είναι σαφώς μια αφορμή για περαιτέρω σκάλισμα, απλά αυτό που θέλω να τονίσω είναι ότι πραγματικά, κανείς ποτέ δεν νοιάστηκε για το ποιοι είναι οι ROSETTA, αλλά όλοι όσοι ξέρουν τη μουσική τους θα σου πουν τα πάντα για τους δίσκους τους.

Για αυτό άλλωστε όσοι παρακολουθούμε αυτή την μπάντα, τρομάξαμε ν’ αναγνωρίσουμε τη νέα τους -τότε- κυκλοφορία “The Anaesthete”, μιας και αυτή μας ήρθε με νέο λογότυπο για την μπάντα, με μια προσωπογραφία για εξώφυλλο, και φυσικά μια ηχητική προσέγγιση εκ διαμέτρου αντίθετη από ότι είχαμε συνηθίσει όλα αυτά τα χρόνια. Να θυμίσω πως κανένας από τα τρία album του παρελθόντος, “A Determinism of Morality” (2010), “Wake/Lift” (2007), “The Galilean Satellites” (2005), δεν ήταν καν απλά καλοί δίσκοι. Ήταν μικρές εκτυφλωτικές σουπερ-νόβα που ευτυχώς ήμασταν εκεί όταν έσκασε το φως τους πάνω μας. Με το αρκετά πιο γήινο “The Anaesthete” το συγκρότημα εμφανίζεται εντελώς αποπροσανατολισμένο, με αποτέλεσμα αυτό το space/post metal που πραγματεύονταν – αλληθωρίζοντας μεταξύ CULT OF LUNA, BLINDEAD και ISIS σαν βασικές επιρροές – να έχει υποβαθμιστεί σε κάτι λιγότερο ελκυστικό.

Για την ακρίβεια, το μεγάλο λάθος της μπάντας σε αυτόν τον δίσκο είναι η αναλογία των στοιχείων που έχει χρησιμοποιήσει. Μιας και η ταυτότητά της είναι ξεκάθαρη ήδη από τον δεύτερο δίσκο, η μπάντα έδειχνε επικεντρωμένη στην αλχημεία με απώτερο σκοπό την εξέλιξη. Έτσι λοιπόν, φαίνεται πως ήρθε η σειρά των φωνητικών να πάρουν μεγαλύτερο μέρος στις συνθέσεις, δημιουργώντας τελικά ένα όχι και τόσο αρεστό αποτέλεσμα. Γιατί κακά τα ψέματα, η φωνή του Mike Armine δεν ήταν ποτέ τίποτα το ιδιαίτερο. Τα περισσότερα φωνητικά λοιπόν, οι ταχύτεροι ρυθμοί και οι δυνατότερες κιθάρες ήρθαν να αντικαταστήσουν εκείνη τη βιωματική εμπειρία του παρελθόντος, επισκιάζοντας εκείνο το απόκοσμο συναίσθημα. Το πιο περίεργο μάλιστα είναι ότι ενώ η τεχνική κατάρτιση και η παραγωγή βρίσκεται σε πολύ υψηλά επίπεδα, με τις μελωδίες να μπλέκονται με τα πιο βαριά μέρη με χειρουργική ακρίβεια, το τελικό σύνολο ακούγεται μουντό μέσα στην καθαρότητά του. Ουσιαστικά παραμέρισαν το χαρακτηριστικό αυτό που τους έκανε να ξεχωρίζουν, και πλέον επέλεξαν να πλέουν στα σκοτεινά νερά ενός μαζοποιημένου ήχου. Σίγουρα υπάρχουν και εξαιρέσεις, με το “Hara/The Center” και “Hodoku / Compassion”, και μικρές στιγμές από άλλο κομμάτια, να αποτελούν μερικές από αυτές, αλλά πότε ένας δίσκος των ROSETTA βασιζόταν σε εξαιρέσεις;

Με μια λέξη, απογοήτευση. Χωρίς όμως αυτό να σημαίνει πως έφτασαν στον πάτο. Είναι ίσως που περιμέναμε περισσότερα από μια μπάντα που τόσα χρόνια δεν μας έχει προσφέρει ποτέ τίποτα που να πλησιάζει έστω τη μετριότητα. Μπορείτε όμως να βγάλετε τα δικά σας συμπεράσματα, κατεβάζοντας τον δίσκο από την σελίδα του συγκροτήματος στο Bandcamp ακόμα και δωρεάν, αφού την διαχείριση του δίσκου την έχουν αναλάβει 100% τα μέλη του συγκροτήματος.

Flies to Flame (Translation Loss Records, 2014)

Μια ep κυκλοφορία λόγω του, εξ ορισμού, μικρότερου “όγκου/περιεχομένου” μπορεί να αντιπροσωπεύει πολλά πράγματα και να υποδηλώνει ένα σωρό διαφορετικά στάδια τα οποία περνάει ένα συγκρότημα. Μπορεί να περιέχει κατάλοιπα από τον περασμένο δίσκο, τα οποία είναι πλήρως εναρμονισμένα με αυτόν, όπως για παράδειγμα το “Vertikal II” (2013) των CULT OF LUNA. Από την άλλη ένα ep μπορεί να είναι προπομπός ενός δίσκου, προοικονομώντας ουσιαστικά μια μουσική ανανέωση, όπως το “Ataraxia/Taraxis” (2012) των PELICAN που κυκλοφόρησε πριν από το εξαιρετικό “Forever Becoming”. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια νέα περίπτωση. Το “Flies To Flame” αν και ηχογραφήθηκε σχεδόν ταυτόχρονα με το “The Anaesthete” (2013), δεν αποτελεί ούτε κομμάτι του, ούτε εξέλιξή του.

Ας ξεκινήσουμε όμως με τα περί-της-ουσίας, από το περιτύλιγμα δηλαδή, πριν φτάσουμε στα ενδότερα. Για δεύτερη συνεχόμενη κυκλοφορία η μπάντα αλλάζει logo δείχνοντας έτσι ότι η φάση της αμφιταλάντευσης δεν μένει μόνο στα μουσικά όρια. Η επιλογή ωστόσο ακαθόριστων γεωμετρικών σχημάτων στο εξώφυλλο, παραπέμπει ξεκάθαρα στην προ- Anaesthete εποχή, γεγονός που επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο του δίσκου. Το ίδιο το συγκρότημα άλλωστε είχε αναφέρει πως το “Flies To Flame” είναι ένα άκρως πειραματικό εγχείρημα, σε αντίθεση με το “The Anaesthete” όπου η δομή των συνθέσεων είναι πιο ξεκάθαρη. Ενώ η 30λεπτη διάρκειά του φανερώνει την διάθεση της μπάντας να μη κόψει τίποτα από τις ιδέες που ξεπήδησαν μέσα από τις πρόβες.

Ακούγοντας μετά από καιρό το “The Anaesthete” θα έλεγα ότι ήμουν λίγο αυστηρός με το συγκρότημα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η εν λόγω κυκλοφορία δεν ήταν ένα πασιφανές πισωγύρισμα για τους ίδιους. Το ep έρχεται να επιβεβαιώσει όσα έχω γράψει για λάθος αναλογία φωνητικών/μουσικής, αλλά και πιο γήινης ηχητικής προοπτικής. Το “Flies To Flame” είναι μια νέα νουβέλα διαστρικής αναζήτησης. Η συνταγή ομοιάζει με αυτή που χρησιμοποιήθηκε στο δεύτερο μισό του “Wake/Lift” (2007), όπου στο προσκήνιο βρίσκονταν ο αιθέριος ήχος της κιθάρας κι οι αέναες αντανακλάσεις του στα εγγύς αστρικά νεφελώματα. Όλα αυτά συμβαίνουν στα πρώτα τρία κομμάτια, όπου οι ανθρώπινοι ήχοι βρίσκονται στο παρασκήνιο είτε προερχόμενοι από μακρινές ομιλίες μέσω ασυρμάτου, είτε από τον ίδιο τον Mike Armine. Οι ισορροπίες αλλάζουν στην κατακλείδα της κυκλοφορίας με το “Pegasus”, όπου καταγράφεται ένα τρομερό κρεσέντο στην ένταση των συνθέσεων, δίνοντας έτσι την απαραίτητη ώθηση στο  “Flies To Flame” να απογειωθεί μπροστά στα έκπληκτα μάτια του ακροατή.

Για όσους γνωρίζουν καλά αυτή την μπάντα, από τις πρώτες κιόλας ακροάσεις θα καταλάβουν ότι οι ROSETTA περπατούν σε ασφαλή μονοπάτια. Είναι μια διαδρομή που αρέσκονται να ακολουθούν τόσο οι ίδιοι, όσο κι οι οπαδοί τους. Αν πάλι κάποιος γνωρίσει την μπάντα μέσα από το “Flies To Flame” θα πρέπει να έχει στο μυαλό του ότι έχει πολλά ακόμα ν’ ανακαλύψει κατά την διάρκεια της τριβής του με την δισκογραφία του συγκροτήματος. Προσωπικά, θεωρώ πως οι ROSETTA κάνουν μια ανακεφαλαίωση με αυτή την κυκλοφορία, ελπίζοντας πάντα πως ο επόμενος δίσκος θα είναι ένα βήμα μπροστά από ότι έχουν παρουσιάσει έως τώρα.

Εκείνη την εποχή είχαμε την τύχη να επικοινωνήσουμε με το συγκρότημα με αφορμή αυτές τις δύο κυκλοφορίες (“The Anaesthete” και “Flies to flame”) για να αναλύσουμε διεξοδικά τους νέους τους σταθμούς στο διαρκές κοσμικό ταξίδι που διανύουν εδώ χρόνια. Ακολουθούν παρακάτω μερικά χαρακτηριστικά απόσπάσματα της συνεντευξης:

Τώρα πια που έχει περάσει αρκετός χρόνος από την κυκλοφορία του “The Anaesthete”, ποια ήταν η ανταπόκριση που δεχτήκατε από τους κριτικούς αλλά και από ανθρώπους που εμπιστεύεστε;

Το μεγαλύτερο μέρος της ανταπόκρισης ήταν πολύ θετικό. Βέβαια υπήρχαν και μερικοί που θα προτιμούσαν ο δίσκος να ηχεί το ίδιο με τις κυκλοφορίες του παρελθόντος. Όμως δεν μπορείς πάντα να ευχαριστείς τους πάντες. Είμαστε πολύ χαρούμενοι με τον τρόπο που ο δίσκος βγήκε και αυτό στην τελική είναι το πιο σημαντικό πράγμα.

Στο “The Anaesthete” σας βρήκαμε στην πιο επίγεια φάση της μουσικής σας πορείας. Η προσέγγιση της μουσικής ήταν πιο άμεση από ποτέ, ενώ ο διαστημικός σας χαρακτήρας βρισκόταν στο παρασκήνιο. Ήταν κάτι που έγινε εκ προθέσεως ή απλά προέκυψε; 

Δεν ξέρω αν συμφωνώ με αυτό (σ.σ. το ότι ήταν ο πιο άμεσος δίσκος μας), αλλά περάσαμε πολύ περισσότερο χρόνο δουλεύοντας ώστε να τα έχουμε όλα έτοιμα πριν μπούμε στο στούντιο. Στο παρελθόν τα πράγματα ήταν λίγο πιο αυτοσχεδιαστικά (jammy). Αρχίσαμε να κόβουμε τα πολλά πολλά στους τελευταίους δύο δίσκους. Η ιδέα του όσο λιγότερα τόσο καλύτερα άρχισε να επηρεάζει τον τρόπο σύνθεσης μας.

Μήπως αυτή η νέα μουσική σας πορεία ήταν αποτέλεσμα του γεγονότος ότι επιμεληθήκατε οι ίδιοι την παραγωγή αλλά και την κυκλοφορία; Νιώσατε πιο ανεξάρτητοι ή πιο πιεσμένοι;

Πιστεύω πως ο κύριος λόγος ήταν ότι είχαμε περισσότερη αυτοπεποίθηση στις συνθετικές μας ικανότητες. Θεωρώ ότι νιώθαμε ταυτόχρονα πιο ανεξάρτητοι και πιεσμένοι. Ήταν ένας δίσκος που είτε θα πετυχαίναμε είτε θα αποτυγχάναμε σαν μπάντα. Αν είχε γίνει ανεπαρκώς τότε είναι πολύ πιθανό η μπάντα να μη μπορούσε να το ξεπεράσει.

Παραμένοντας στο “The Anaesthete”, η βασική διαφορά με τις προηγούμενες κυκλοφορίες που θα παρατηρήσει κάποιος είναι η νέα κατανομή των ατμοσφαιρικών κομματιών. Τα ambient μέρη είναι διασκορπισμένα μέσα στα κομμάτια. Σήμερα στο “Flies to Flame” ακολουθήσατε μια κλιμακωτή κατανομή στην ταχύτητα. Στο “Wake/Lift” υπήρχε μια διπολική προσέγγιση. Πίσω από αυτό υπάρχει κάτι περισσότερο από απλό πειραματισμό;

Τα τραγούδια πάντα επηρεάζονται από τον μικρόκοσμο που κρύβει ο καθένας στο κεφάλι του την ώρα που γράφουμε. Το “Flies To Flame” για την ακρίβεια γράφτηκε και ηχογραφήθηκε πριν από το “The Anaesthete”. Αυτά τα κομμάτια είναι όλα στουντιακά, όπου ο καθένας μας πρόσθεσε τα μέρη του όπως εκείνος επιθυμούσε. Ήταν ο πειραματισμός της μια φοράς, που θέλαμε να δούμε τι θα γίνει αν γράφαμε τραγούδια όπου θα τα ηχογραφούσαμε σημείο με σημείο.

Επίσης, αποφασίσατε να κυκλοφορήσατε το δίσκου ψηφιακά μέσω του Bandcamp, πριν την κυκλοφορία της φυσικής μορφής, πιστεύετε ότι αυτή η κίνηση απέδωσε; Γιατί επιλέξατε το Bandcamp αντί ενός άλλου μέσου streaming;

Το Bandcamp είναι ο καλός τύπος των streaming πλατφόρμων. Υπήρξαν κάποια θετικά και κάποια αρνητικά αποτελέσματα από αυτή την κίνηση. Θα προτιμούσα στον επόμενο δίσκο, η φυσική μορφή να βγει πιο χρονικά πιο κοντά στην ψηφιακή, αλλά θα δούμε τι θα γίνει.

Στη νέα σας κυκλοφορία φαίνεται πως έχετε επιστρέψει 100% στον γνωστό σας ήχο. Είναι σημάδι ότι θα ακολουθήσετε τον δρόμο και στον επόμενο δίσκο;

Πιστεύω πως τα τραγούδια μας ακούγονται διαφορετικά από οτιδήποτε έχουμε κάνει στο παρελθόν. Ο επόμενος δίσκος πρόκειται να γραφτεί σαν πενταμελής ομάδα με δύο κιθαρίστες, κάτι που είναι τελείως καινούριο. Θα κυκλοφορήσει στα μέσα του επόμενου χρόνου, οπότε ο κόσμος θα μπορεί να κρίνει μόνος του.

Έχετε δηλώσει ότι οι ROSETTA δεν είναι μια full-time μπάντα για σας. Σκέφτεστε το ενδεχόμενο να γίνετε πιο ενεργοί; Ή τουλάχιστον να ταξιδεύετε περισσότερο και να δίνετε περισσότερες συναυλίες;

Το συζητάμε κάποιες φορές αλλά δεν είναι μια ρεαλιστική λύση για μας. Με την δουλειά και τις οικογενειακές υποχρεώσεις, απλά δεν είναι εφικτό.

Εκτός από την μουσική, τι άλλο δίνει ζωή στον ήχο των ROSETTA;

Πραγματικά είναι δύσκολο να πω. Νομίζω ότι το γεγονός ότι κατάγομαι από την Φιλαδέλφεια, παίζει μεγάλο ρόλο στην επιρροή του ήχου μας. Προσωπικά η αγάπη μου για τα κόμικ και το jiu jitsu έχουν μικρή επίδραση στον ήχο. Ωστόσο η αλληλεπίδραση μεταξύ των μελών είναι το πιο επιδραστικό στοιχείο για την μουσική μας.

Από την στιγμή που η μουσική σας είναι ένα ατελείωτο ταξίδι στο αχανές διάστημα, υποθέτω ότι θα είστε και μεγάλοι οπαδοί των ταινιών επιστημονικής φαντασίας. Θες να μας δώσεις ένα τοπ 5 όλων των εποχών;

Στην πραγματικότητα δεν βλέπω συχνά ταινίες και δεν είμαι σαν τα άλλα sci-fi παιδιά της μπάντας. Οπότε θα σου δώσω το τοπ 5 με τα αγαπημένα μου κόμικ:

  1. 100 bullets 2. Preacher 3. Transmetropolitan 4. Planetary 5. American vampire

Είχατε επισκεφθεί την Ελλάδα το 2009, για συναυλία με τους City of Ships και τους Blindead. Τι θυμάσαι από την εμφάνιση;

Αυτή η συναυλία ήταν ωραία. Για την ακρίβεια ήταν καταπληκτικά. Θα θέλαμε να επιστρέψουμε, αλλά οι αστερισμοί δεν έχουν ευθυγραμμιστεί υπέρ μας ακόμα.

 

Quintessential Ephemera (Self Release, 2015)

Όταν το ομώνυμο διαστημικό σκάφος πραγματοποίησε την πρώτη προσεδάφιση που συνέβη ποτέ σε κομήτη παρατηρήθηκε ένα ξέφρενο πανηγύρι για αυτή την απροσδόκητη επιτυχία. Το σκάφος παραμένει πάνω στον κομήτη Philae, απενεργοποιημένο και ταυτόχρονα ελεύθερο να χαράξει την δική του ακαθόριστη πορεία παρασυρόμενο από μαγνητικά και βαρυτικά πεδία. Το ίδιο συμβαίνει και με τους ROSETTA, όπου από την στιγμή που φύγανε από την Translation Loss, κι ακολουθούν τον diy δρόμο η μουσική τους πορεία φαντάζει απρόβλεπτη σε κάθε κυκλοφορία.

Από το συγκεχυμένο “The Anaesthete” και την επιστροφή στα παλιά του “Flies to Flame έως το soundtrack “Rosetta: Audio/Visual Original Score” η μπάντα έχει διανύσει μεγάλη απόσταση σε αυτή την αυτόνομη πορεία τους αυτά τα τελευταία χρόνια. Το “Quintessential Ephemera” έρχεται να αποκαλύψει μια νέα, αθέατη, πλευρά της μουσική υπόστασης του συγκροτήματος και ιδιαίτερα του Mike Armine. Διότι έπρεπε να γυρίσω πίσω στο “Release” του “Determination of mortality” (2010) για να θυμηθώ μια από τις λίγες φορές που τον άκουσα με καθαρή χροιά στα φωνητικά. Αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη αλλαγή/έκπληξη που μας προσκομίζει ο νέος δίσκος. Οι βαθιές post metal ρίζες της μπάντας, εξαπλώνονται προς το post hardcore κίνημα, διατηρώντας ωστόσο στο ίδιο επίπεδο την ταυτότητα και την συνθετική αναδίπλωση των ιδεών της.

Η αρχή του “Quintessential Ephemera” με το “After the funeral” μπορεί να θυμίζει την πνευματική καταβύθιση που επιχείρησαν οι THE OCEAN στο “Epipelagic” του “Pelagial” (2013), ωστόσο στη συνέχεια η πορεία που ακολουθείται έχει ένα εντελώς διαφορετικό πρόσημο. Ο εξ ορισμού εξυψωτικός σκοπός των ROSETTA δεν μπορεί τώρα να ακολουθήσει διαφορετική πορεία. Οι σπειροειδείς συνθέσεις της μπάντας οδηγούν σε μια γνώριμη ηχητική περιδίνηση, πολύ πιο διαυγή από αυτή του “The Anaesthete”, ενώ ταυτόχρονα όλη αυτή η κοσμογονική βροντή των πρώτων τριών δίσκων φαντάζει πεπερασμένη δίνοντας την θέση της σε πιο ξεκάθαρα μοτίβα. Αυτό που κάνει τον δίσκο να στέκεται δυο βήματα πάνω από τον προκάτοχό του, είναι ότι η κατεύθυνση προς τον νέο ήχο δεν είναι παράλληλη. Ανακαλώντας παλιές ιδέες και απρόσμενες εναλλαγές των μέτρων, καταλήγουμε σε ένα εξαιρετικό μείγμα πείρας και καινοτομίας.

Ναι, μπορεί οι συντριπτικές αναταράξεις των πρώτων χρόνων του κοσμικού αυτού ταξιδιού να έχουν περάσει και να διανύουμε πλέον μια πιο ομαλή πορεία στον ήχο της μπάντας, ωστόσο αυτό δεν μπορεί να μεταφραστεί σε καμία περίπτωση ως εφησυχασμός ή στασιμότητα από την πλευρά της. Εν αναμονή λοιπόν των νέων στάσεων σε αυτόν τον γαλαξιακό περίπατο.

Utopioid (Self Release, 2017)

Ακάθεκτοι συνεχίζουν οι ROSETTA στον έκτο τους δίσκο, και τρίτο όντες απελευθερωμένοι από τα δεσμά κάθε δισκογραφικής εταιρείας. Αν μάλιστα σκεφτεί κανείς ότι εδώ αρκετά χρόνια τα αναλαμβάνουν όλα μόνοι τους και βρίσκουν πάντα μια θέση σε κάθε μουσικό site και περιοδικό, καταλαβαίνει κανείς ότι το όνομα που έχουν χτίσει δεν είναι τυχαίο. Από το “The Galilean Satellites” (2005) έως σήμερα έχουμε να πούμε κακό λόγο μόνο για το “The Anaesthete” (2013), κι αυτό γιατί ο εν λόγω δίσκος πέτυχε σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι την μπάντα.

Μετά από τόσα χρόνια έχουμε κατασταλάξει πια στο τι ζητάμε από τους ROSETTA. Δεν θέλουμε άλλο ένα “Wake/Lift” (2007), τέτοιοι δίσκοι δύσκολα επαναλαμβάνονται, αλλά μια κυκλοφορία στο ίδιο συνθετικό επίπεδο που να μας προσφέρει τα ίδια συναισθήματα. Το “Utopioid” μοιάζει σε πολλά σημεία με τον προαναφερθέντα δίσκο, καθώς όπως κι εκείνος έτσι κι εδώ έχουμε μια σαφή διάκριση μεταξύ των χαλαρών/post-ατμοσφαιρικών κομματιών και των δυνατών/πιο metal. Βέβαια η μεγάλη διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι στα χαλαρά κομμάτια του “Utopioid” ο Mike Armine ακολουθεί το vibe και η φωνή του γλυκαίνει, σε υπερβολικό έως και παρεξηγήσιμο βαθμό. Αν δηλαδή κάποιος κάνει μια παύση στην ακρόαση του δίσκου στο τέταρτο κομμάτι θα μείνει με την εντύπωση ότι οι ROSETTA μεταμορφώθηκαν σε ALCEST, WITTR ή οποιαδήποτε άλλη μπάντα που παίζει αυτό το shoegaze black. Αυτή η στροφή (και στα φωνητικά) είχε ήδη φανεί από τον προηγούμενο δίσκο ωστόσο εδώ έγινε πιο ευδιάκριτη η διάκριση. Από εκεί και πέρα τα πράγματα αλλάζουν, όχι όμως τόσο ριζικά όσο θα περιμέναμε. Το ατμοσφαιρικό επίπεδο παραμένει στα ίδια επίπεδα, μόνο που την εμφάνισή τους κάνουν αυτά τα λατρεμένα οργιαστικά ξεσπάσματα.

Η μπάντα δεν ξεφεύγει από το γνώριμο βαθμιαίο χτίσιμο των κομματιών, κάνοντας έτσι την όλη διαδικασία της ακρόασης ιδιαίτερα οικεία για τον οπαδό που την ακολουθεί χρόνια. Το “Utopioid” δεν παρουσιάζει κάτι νέο, ωστόσο δίνει με τον καλύτερο τρόπο την μουσική που χρόνια τώρα πραγματεύεται το συγκρότημα. Θα έλεγα πως είναι η καλύτερη full-length στιγμή της μπάντας μετά το restart που πάτησε με το “The Anaesthete”. Τα κομμάτια έχουν μια ξεκάθαρη αυτοτελή ύπαρξη, χωρίς όμως να ξεφεύγουν από την κύρια αισθητική και συνθετική γραμμή του δίσκου. Οι ROSETTA είναι πλέον το καταφύγιο που καταφεύγει ο οπαδός της post-metal σκηνής, όταν νιώθει απογοητευμένος από τις υπόλοιπες κυκλοφορίες της χρονιάς. Τίμιος δίσκος, τίμια μπάντα που μας έχει χαρίσει τρομερές στιγμές στο παρελθόν.

Sower of Wind (Self Release. 2019)

Ψάχνοντας την διαδικτυακή βιβλιοθήκη του άλλοτε κραταιού Last.fm ανακάλυψα πως οι περισσότερες ακροάσεις μου έχουν γίνει, στους βετεράνους πια της post metal σκηνής, ROSETTA. Ενώ σε καμία περίπτωση δεν συγκαταλέγονται στα πρωτοκλασάτα ονόματα της σκηνής, ενώ μάλιστα έχουν στο ενεργητικό τους δισκογραφικά πισωγυρίσματα, για κάποιον ανεξήγητο λόγο το μουσικό σχήμα από την Πενσιλβάνια έχει καταφέρει να σκαρφαλώσει στην κορυφή των ακουσμάτων μου. Πέρα από την προφανή αιτία, που θα σκεφτεί κάποιος καλά διαβασμένος, ότι δηλαδή το συγκρότημα κυκλοφορεί κάποιο EP ή LP σχεδόν κάθε χρόνο, θα έλεγα ότι τα αίτια είναι πολύ βαθύτερα.

Το “Sower of Wind” θεωρώ ότι είναι ο λόγος για να αναλύσουμε αυτή τη βαθύτερη κινητήριο δύναμη που ωθεί κάποιον να χαθεί μέσα στη μουσική των ROSETTA. Χρησιμοποιώντας ό,τι περίσσεψε από το εκπληκτικό “Utopioid” το συγκρότημα δημιουργεί ένα άχρονο ambient, άξιο διάδοχο του εκπληκτικού “Audio/Visual”. Βέβαια αυτό είχε κυκλοφορήσει στα πλαίσια μουσικής επένδυσης του ντοκιμαντέρ του Justin Jackson, ενώ τώρα έχουμε μια απλή EP κυκλοφορία, ωστόσο δεν θα πρέπει να μας περιορίζει το πλαίσιο της κυκλοφορίας, αλλά το ηχητικό αποτέλεσμα αυτό καθεαυτό. Έτσι λοιπόν, η μπάντα μας ταξιδεύει κυριολεκτικά και μεταφορικά στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα (“East”, “South”, “West”, “North” τα κομμάτια), με τον ακροατή να ψάχνει την εσωτερική του πυξίδα για να βρει τον δρόμο μέσα από αυτόν τον κυκεώνα ηχητικών συχνοτήτων. Πρόκειται για ένα κενό αέρος, στο οποίο παρασύρεται ο ακροατής, ενώ όλα τα ερεθίσματα ετεροκαθορίζονται από εξωτερικές δυνάμεις. Υπάρχει πλήρης απουσία δυναμικών ξεσπασμάτων, για την χρήση εγχόρδων και ντραμς ούτε λόγος (είπαμε πρόκειται για μια ambient κυκλοφορία), ενώ η μόνη ύπαρξη κρεσέντο προκαλείται από την αύξηση της έντασης των θορύβων που επικρατούν.

Το συγκρότημα μας παρουσιάζει έναν δίσκο όπου η δράση έχει αντικατασταθεί από την αντίδραση, είναι το αντίδοτο της καθημερινής ηχορύπανσης, την γυάλα που προστατεύει και απωθεί την φασαρία των δρόμων. Πρόκειται για μια δοκιμασμένη φόρμουλα, που κακά τα ψέματα έχει υλοποιηθεί σε καλύτερη μορφή, ωστόσο δεν παύει να δρα αναλγητικά για τους ακουστικούς μας πόρους.

Επιμέλεια αφιερώματος: Νίκος Ζέρης

[Η πρώτη μορφή των κειμένων δημοσιεύτηκε στο RockHard]