parallax background

Αφιέρωμα: Yawning Man – A Desert Trip

the local fuzz team
24/07/2018
Άρθρα - Αφιερώματα
Fatso Jetson, Heavy Rock, Yawning Man

Mπορεί μέχρι και σήμερα στο μυαλό των περισσότερων ο όρος desert rock να είναι στενά συνδεδεμένος με τα βαρυσήμαντα δισκογραφικά επιτεύγματα των KYUSS, στην ουσία όμως οι YAWNING MAN ήταν οι πρώτοι που έδωσαν σάρκα και οστά στο συγκεκριμένο ιδίωμα, ανοίγοντας συγχρόνως διάπλατα τον δρόμο για όλες τις επόμενες γενιές συγκροτημάτων. O πρώην drummer των KYUSS (και των VISTA CHINO), Brant Bjork, μάλιστα, τους έχει χαρακτηρίσει ως «την πιο αρρωστημένη desert μπάντα όλων των εποχών» και την μεγαλύτερη μπάντα που έχει δει ποτέ. Με αφορμή, λοιπόν, τo νέο τους άλμπουμ The Revolt Against Tired Noises, το παρόν αφιέρωμα αναψηλαφίζει με χειρουργική ευλάβεια την ιστορία όσο και τους δισκογραφικούς σταθμούς, που εν πολλοίς καθόρισαν την σημερινή μουσική τους υπόσταση.

 The Formation 

Η επιβίωση σε ένα αντίξοο περιβάλλον σαν κι αυτό της Νότιας Καλιφόρνια, όπου οι θερμοκρασίες θυμίζουν περισσότερο τον ένατο κύκλο της Κόλασης παρά εξοχικό ησυχαστήριο για συνταξιούχους και αστέρες του Hollywood, επιβάλλει εξ’ ορισμού αυξημένες σωματικές και ψυχικές αντοχές. Για τα οργισμένα νιάτα που κατοικοέδρευαν στο Palm Desert της δεκαετίας του ’80, το οποίο φλέρταρε μονίμως με την φλογισμένη ανάσα της ερήμου της La Quinta, η μουσική έμοιαζε ως η μοναδική αξιόπιστη σανίδα σωτηρίας. Η εξάπλωση του hardcore punk στα πέριξ του Los Angeles σε συνδυασμό με την άνοδο της δημοτικότητας των BLACK FLAG και των SOCIAL DISTORTION, αποτέλεσε την ιδανική μαγιά για την σταδιακή θεμελίωση ενός μικρού πυρήνα συγκροτημάτων που, δίχως κανένα απολύτως ενδιαφέρον για φήμη και αναγνώριση, πάλευαν να χαλιναγωγήσουν την οργή τους, ξεσπώντας με ρυθμό πυροβόλου πάνω σε ηλεκτρισμένα ακόρντα και ασύνδετες νότες.

Η ανυπαρξία έστω και υποτυπωδών συναυλιακών χώρων, ελέω των διαρκών παρεμβολών της τοπικής αστυνομίας και της κυριαρχίας του λατινοαμερικάνικου στοιχείου στα περισσότερα bars της περιοχής, οδήγησε πολύ γρήγορα στην καθιέρωση των περίφημων generator parties. Αντλώντας το όνομα τους από τις βενζινοκίνητες γεννήτριες που τροφοδοτούσαν με ηλεκτρισμό τον εξοπλισμό των συγκροτημάτων, τα συγκεκριμένα parties συνήθως λάμβαναν χώρα είτε σε κάποιο βρώμικο και στενόχωρο garage, είτε στα πιο απόκρυφα και απομονωμένα μέρη της ερήμου, με τις άφθονες δόσεις μπύρας και μαριχουάνας να υπερκάλυπταν και με το παραπάνω την ισόποση δίψα για αδρεναλίνη αλλά και απομόνωση. Αποτελούμενοι από τους Mario “Boomer” Lalli στην κιθάρα και τα φωνητικά, τον Scott Reeder στο μπάσο, τον Alfredo Hernandez στα drums και τον Mark Anderson στην κιθάρα, οι ACROSS THE RIVER ήταν από τις μπάντες που ξεχώρισαν πολύ γρήγορα από την αναδυόμενη σκηνή της εποχής, κυρίως λόγω της μοναδικής ικανότητας τους να συνδυάζουντην ορμητικότητα του punk με πιο μελωδικές blues φόρμες. Το 1985, μάλιστα, κατάφεραν να ηχογραφήσουν στο προσωπικό τους garage στην La Quinta και ένα demo οκτώ κομματιών, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και το “N.O.” που έμελε να συμπεριληφθεί ως διασκευή από τους KYUSS στο μνημειώδες “Welcome to Sky Valley” του 1994.

Η πορεία όμως των ACROSS THE RIVER αποδείχθηκε βραχύβια. Και αυτό διότι η συγκατοίκηση του Mario Lalli και του Alfredo Hernandez με τον κιθαρίστα Gary Arce αποτέλεσε την ιδανική αφορμή για την γέννηση ενός καινούργιου σχήματος. Με άπλετο χρόνο μπροστά τους, ελέω ανεργίας, οι Hernandez και Arce είχαν ήδη ξεκινήσει να πειραματίζονται πάνω σε έναν καινούργιο ήχο, μακριά από τις «πατροπαράδοτες» νόρμες του punk. Ο ίδιος ο Arce είχε δηλώσει άλλωστε σε μεταγενέστερη συνέντευξη του χαρακτηριστικά: “Ήμασταν παιδιά του hardcore punk στις αρχές του ’80 και πηγαίναμε στο Los Angeles για να δούμε τους BAD BRAINS, τους DISCHARGE, τους D.O.A. και όλες τις μπάντες που περιόδευαν τότε. Για μας η hardcore punk σκηνή τελείωσε το ’84. Όλες οι μπάντες που μας άρεσαν σταμάτησαν να περιοδεύουν και βαρεθήκαμε με την punk σκηνή. Οπότε ξεκινήσαμε να τζαμάρουμε… δεν είχαμε επηρεαστεί πραγματικά από τίποτα. Ήμασταν επηρεασμένοι από τον Θεό και από ό,τι μας άρεσε. Άρχισαν να μου αρέσουν πολλοί άλλοι μουσικοί στην jazz όπως ο John Coltrane”. Με τις προσθήκες των Mario και Larry Lalli, στο μπάσο και στη δεύτερη κιθάρα αντίστοιχα, να συμπληρώνουν το πάζλ, η νέα κατεύθυνση που έρεπε φανερά προς την μεριά των blues και του ψυχεδελικού rock έκανε επιτακτική και την ανεύρεση καινούργιου ονόματος. Ένας χαρακτήρας από την ταινία “Tom Thumb” του 1958 αποδείχτηκε αρκετός για την υιοθέτηση του ονόματος YAWNING MAN. Με αυτή την σύνθεση, λοιπόν, οι YAWNING MAN κατάφεραν να γίνουν αρκετά γνωστοί στα περίχωρα του Palm Desert και της La Quinta μέσα από τα μαραθώνια instrumental τζαμαρίσματα τους και την συμμετοχή τους στα generator parties της εποχής, ενώ από ένα σημείο και μετά, άρχισαν να δίνουν συναυλίες τα σαββατοκύριακα σε μικρά bars του Palm Springs, παρόλο που οι ιδιοκτήτες των μαγαζιών δεν έβλεπαν πάντα και με τόσο καλό μάτι την μουσική τους. Παράλληλα, στο διάστημα μεταξύ 1986 και 1987 φρόντισαν να ηχογραφήσουν δυο διαφορετικά demos που περιείχαν συνολικά γύρω στα 30 με 40 κομμάτια, τα 24 εκ των οποίων δεν κατάφεραν να δουν το φως της δημοσιότητας παρά μόνο το 2009, όταν και κυκλοφόρησαν υπό τη μορφή μιας διπλής συλλογής με τίτλο “The Birth of Sol Music”.

Η δεκαετία του ’90 ήταν ουσιαστικά περίοδος στασιμότητας για τους YAWNING MAN. Η δημιουργία των FATSO JETSON το 1994 από τον Mario “Boomer” Lalli και η μετέπειτα επιτυχημένη τους πορεία, σε συνδυασμό με τις οικογενειακές υποχρεώσεις του Arce έβαλαν αναγκαστικά το συγκρότημα σε χειμερία νάρκη μέχρι το 2001, όταν και οι YAWNING MAN πήραν και πάλι μπρος τόσο συναυλιακά όσο κυρίως δισκογραφικά. Παρόλα αυτά, στο διάστημα 1995-1999 το line-up των YAWNING MAN επέλεξε να υιοθετήσει ένα πιο ελεύθερο jazz/punkήχο ως άξονα των τζαμαρισμάτων του, με συνέπεια τον σχηματισμό των THE SORT OF QUARTET.

The Discography

Rock Formations (2005)

Το νερό για τους YAWNIN GMAN είχε αρχίσει να (ξανα)μπαίνει στο αυλάκι από το 2001 και έπειτα, με την επαναδραστηριοποίηση τους σε όλα τα επίπεδα. Οι ηχογραφήσεις και η κυκλοφορία του παρθενικού άλμπουμ τους ήταν επομένως τόσο το φυσικό όσο και το απολύτως αναμενόμενο βήμα. Όταν το “Rock Formations” κυκλοφόρησε το 2005 πολλοί έσπευσαν να του αποδώσουν τον χαρακτηρισμό του πειραματικού stoner rock. Κατ’ ουσία, όμως, κάτω από τον mid-tempo μανδύα του, στο “Rock Formations” δέσποζε ένα σταυροδρόμι συνάντησης ήχων από τα blues και το ψυχεδελικό rock μέχρι το surf rock και τηνAmericana. Μολονότι ο Gary Arce και δευτερευόντως ο Larry Lalli είναι εκείνοι που κρατάνε την μπαγκέτα πίσω από τις κιθάρες απελευθερώνοντας έναν ορυμαγδό από εξαίσιες και άκρως τριπαριστές μελωδίες, στην πραγματικότητα αν παρατηρήσεις προσεκτικά τις εθιστικές μπασογραμμές του Mario Lalli, οι οποίες είναι η επιτομή του παραμορφωμένου groove, ή τα χτυπήματα του Hernandez στα τύμπανα, εύκολα αντιλαμβάνεσαι ότι δεν υπάρχει κανείς υστερήσας. Άλλωστε, το άλμπουμ είναι γεμάτο με highlights που κινητοποιούν τις αισθήσεις, με χαρακτηριστικότερα παραδείγματα τα “Perpetual Oyster”, “Stoney lonesome” και “Buffalo chips”. Την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε επίσης και το “Porthead” ΕP, το οποίο αποτέλεσε προέκταση της μουσικής κατεύθυνσης του “Rock Formations”. Αμφότερα κυκλοφόρησαν εκ νέου μαζί το 2007 σε ένα LP με τίτλο “Vista Point”.

 

Nomadic Pursuits (2010)

Σε μια εποχή όπου ένας μεγάλος αριθμός από stoner όσο και ψυχεδελικές rock μπάντες με καταγωγή και από τις δυο πλευρές του Ατλαντικού, είχε αρχίσει, έστω και δειλά, να κάνει το ξεπέταγμα του, η δισκογραφική επιστροφή των YAWNING MAN ήταν αρκετή για να εκτοξεύσει τον πήχη της ποιοτικής σύγκρισης κυριολεκτικά μέχρι τον Ήλιο. Το “Nomadic pursuits” αποτελεί ασυζητητί το πιο υπερβατικό τους άλμπουμ. Οι πιο χαμηλές ταχύτητες, τα μεγαλύτερα σε έκταση κομμάτια μαζί με ορισμένα alternative/space ψήγματα όχι μόνο δεν αλλοιώνουν την συνταγή που θεμελίωσε το “Rock Formations”, απεναντίας βάζουν με περίσσια υπομονή και επιμονή το δικό τους ξεχωριστό λιθαράκι σε ένα γλυκό, μελαγχολικό, ταξιδιάρικο μα πάνω απ’ όλα εξόχως μαγευτικό soundtrack, το οποίο και στα 43 λεπτά της διάρκειας του αποτυπώνει το πραγματικό μέγεθος της καρδιάς, της ψυχής και της απομονωτικής προσωπικότητας της σκηνής του Palm Desert. Με το επίπεδο των συνθέσεων να φτάνει σε καθηλωτικά επίπεδα, η εκπληκτική χημεία μεταξύ Lalli, Arce και Hernandez είναι και πάλι όλα τα λεφτά. Κι αν αυτή είναι εμφανής στα “Sand whip” και “Far-off adventure”, το τριπάρισμα που αναβλύζει μέσα από τα “Blue foam” και “Camel tow too” γιγαντώνεται μέσα σου σε τέτοιο βαθμό, που νιώθεις ότι βρίσκεται στην έρημο της La Quintaμε τον ήλιο να καίει ηδονικά εκτός από το δέρμα σου και τα εγκεφαλικά σου κύτταρα.

 

Historical Graffiti (2016)

Με την προσθήκη του drummer Bill Stinson να φέρνει έναν διακριτικό αέρα ανανέωσης στο line-up του συγκροτήματος, το ζητούμενο ευθύς εξαρχής με το “Historical Graffiti” ήταν να μπορέσει να κρατηθεί όσο το δυνατόν πιο κοντά στα standards που καθιέρωσαν οι YAWNING MAN στα προηγούμενα δυο εξαίσια άλμπουμ τους. Το γεγονός ότι το άλμπουμ ηχογραφήθηκε μέσα σε ένα μόνο απόγευμα (!) στα θρυλικά ION Studios του Buenos Aires, όπου και η μπάντα είχε κάνει στάση για την Νοτιοαμερικανική περιοδεία της το 2015, αναμφίβολα του προσέδωσε εκτός από φρεσκάδα και μια τονωτική ένεση αυθορμητισμού. Κύριος άξονας έκφρασης αποτέλεσαν και πάλι οι μακροσκελείς συνθέσεις με μια πιο πειραματική διάθεση όμως αυτή τη φορά, ένεκα της χρήσης πρόσθετων οργάνων όπως το ακορντεόν, το βιολί και το mellotron. Αν και μισό ποιοτικό κλικ πιο κάτω σε σχέση με τα “Rock Formations” και “Nomadic pursuits”, το “Historical Graffiti” δεν παύει να αποτελεί ένα γνήσιο YAWNING MAN άλμπουμ, που έχει τις δικές του εξαιρετικές στιγμές όπως τα “The wind cries Edalyn” και “The secret language of Elephants”.

 

 

The Revolt Against Tired Noises (2018)

Τρία χρόνια μετά το “Historical Graffiti”, το καραβάνι των YAWNING MAN βαδίζει στην ίδια μελωδική ρότα με εκείνη των προκατόχων του, βάζοντας ισότιμα στο παιχνίδι τα blues, το desert rock και το post rock. Αυτή τη φορά όμως οι συνθέσεις διαπνέονται από έναν πιο υπερβατικό τόνο που κινείται εν πολλοίς στο ίδιο μήκος κύματος με το “Nomadic Pursuits”. Το αντιλαμβάνεσαι ήδη από τα εναρκτήρια “Black Kite” και “The Revolt against Tired Noises”, όπου η χημεία και η εκπληκτική αλληλεπίδραση ανάμεσα στην βιρτουόζικη κιθάρα του Gary Arce και τις μπασογραμμές του Mario Lalli σε κάνει να νιώθεις την καυτή ανάσα της ερήμου στον σβέρκο σου. Συγχρόνως, γίνεσαι μέρος του ταξιδιού με το πανέμορφο και ηδυπαθές“Skyline Pressure”, το οποίο είναι σαφώς ανώτερο και πιο πολυδιάστατο από την αντίστοιχη εκδοχή στο ομώνυμο άλμπουμ των TENEAST, με τα drums του Bill Stinson συν την διακριτική παρουσίατων πλήκτρων να σου δημιουργούν ένα χαμόγελο αγαλλίασης στα χείλη.

Ως μίνι έκπληξη θα πρέπει φυσικά να εκληφθεί έστω και η αμυδρή χρήση φωνητικών. Αλίμονο, βέβαια, αν δεν γνωρίζαμε τα όρια της φωνής του Mario Lalli ήδη από τους FATSO JETSON. Ωστόσο, στο “Grants Heart” η φωνή του αποκτά έναν πιο εξωγήινο τόνο που ενισχύει τον τριπαριστό χαρακτήρα του κομματιού σε συνδυασμό και με τις ψυχεδελικές μελωδίες. Τολμώ να πω ότι στο “Catamaran”, το οποίο επιτέλους ακούμε στην studio μορφή του, ο συγκεκριμένος τόνος κολλάει επίσης το ίδιο άψογα. Ναι, δεν είναι κακό να παραδεχτούμε πως στο μυαλό των περισσότερων κατοικοεδρεύει η υπνωτική διασκευή που ενέταξαν οι KYUSS στο περιλάλητο “…And the Circus leaves town” με την συνοδεία της χαρακτηριστικής απογειωτικής χροιάς του John Garcia, δεν παύει όμως να είναι σπουδαίο το να ακούς τις πραγματικές διαστάσεις του και αυτές να μοιάζουν το ίδιο θελκτικές και εναρμονισμένες με την ατμοσφαιρική διακύμανση του δίσκου. Όπως ακριβώς το ίδιο θελκτικές αντηχούν και οι post διαθέσεις του “Misfortune cookies” από κοινού με τον funky ρυθμό που εμπεδώνει το μπάσο του Lalli καθώς και η βουτιά στην ψυχεδελική ραστώνη με το “Ghost Beach”.

The Projects

Εκτός από πολυτάλαντες και πολυσχιδείς προσωπικότητες, τα μέλη των YAWNING MAN αποτελούν και εξαιρετικά πολυάσχολους μουσικούς. Η μουσική κοινότητα του Palm Desert είναι, άλλωστε, τόσο μικρή, με αποτέλεσμα όλοι σχεδόν να γνωρίζονται με όλους και επίσης να έχουν συνεργαστεί κατά καιρούς στα πλαίσια κάποιου project. Παρακάτω παραθέτονταιορισμένα από τα σχήματα που έχουν δημιουργηθεί κυρίως από τον Gary Arce και δευτερευόντως από τον Mario Lalli.

THE SORT OF QUARTET

Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, πολύ πριν κυκλοφορήσει το “Rock Formations” το 2005, οι THE SORT OF QUARTET ανέλαβαν τον ρόλο του alter ego των YAWNING MAN, γεμίζοντας με το ιδιαίτερο τους στυλ το συνθετικό «κενό» της δεκαετίας του ’90. Γέρνοντας την πλάστιγγα άλλοτε προς την μεριά του πρωτόλειου acid/space rock και άλλοτε προς πιο καθαρόαιμες jazz/fusion/latin επιρροές, η κοινή συνισταμένη και των τεσσάρων άλμπουμ που κυκλοφόρησαν στο διάστημα 1995-1999 ήταν η δίχως όρια και στενά πλαίσια πειραματική διάθεση, η punk νοοτροπία αλλά και η γνωστή χαλαρότητα που κατέστησε το Palm Desert ως τη γη της επαγγελίας για τις ορδές των στονερο-ψυχεδελάδων που ανδρώθηκαν την αμέσως επόμενη δεκαετία. Αν τους έβαζες δίπλα στους FATSO JETSON του ξεκινήματος τους θα καταλάβαινες πως, από πλευράς μουσικών ιδεών, η μια μπάντα ουσιαστικά λειτουργούσε ως άριστο συμπλήρωμα της άλλης.

 

TEN EAST

Οι TEN EAST δημιουργήθηκαν το 2005 από τους Gary Arce, Mario Lalli, Brant Bjork και τον Bill Stinson ως ένα ακόμη project που θα κάλυπτε την κοινή ανεξάντλητη τους διάθεση για τζαμάρισμα. Το παρθενικό τους άλμπουμ με τίτλο “Extraterrestrial Highway” που κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 2006, αποτέλεσε ένα εξαιρετικό δείγμα για το πως μέσα από τον πειραματισμό της jazz, τον αυθορμητισμό των blues και της ψυχεδέλειας καθώς και της ασίγαστης λατρείας για το punk και heavy rock, μπορούσαν να γεννηθούν εξαιρετικές συνθέσεις σαν τα “Heavy Light” και “Scraping the Barrel”. Στην πορεία, την μουσική κατεύθυνση του project εμπλούτισαν με τις δικές τους πινελιές οι Scott Reeder (KYUSS, THE OBSESSED), Bryan Giles (RED FANG) και Greg Ginn (BLAC KFLAG), με αποτέλεσμα οι TEN EAST να κυκλοφορήσουν δυο ακόμη άλμπουμ, το “Robot’s guide to Freedom” το 2008 και το “Skyline Pressure” το 2016.

 

 

DARK TOOTH ENCOUNTER

Από καθαρά μουσικής άποψης, οι DARK TOOTH ENCOUNTER αποτελούν ίσως το πιο χαμαιλεοντικό project, στο οποίο έχει εμπλακεί μέχρι στιγμής ο Gary Arce. Συνοδοιπόροςτου σ’ αυτό είναι ο Bill Stinson ενώ διακριτική είναι και η παρουσία των Scott Reeder και Mario Lalli. Ο μουσικός προσανατολισμός του άλμπουμ“Soft monsters” που κυκλοφόρησε το 2008 περιστρέφεται μεν γύρω από desert rock, ωστόσο η χρήση keyboards και samples από τον Arce, σε συνδυασμό με τα μετρονομικά χτυπήματα του Stinson στα drums, προσδίδουν έναν σαφώς πιο σκοτεινό jazz και ambient χαρακτήρα στο συνολικό εγχείρημα, γεγονός που αντικατοπτρίζεται ιδιαίτερα σε κομμάτια σαν τα “Engine drone” και “Honey hive”.

https://www.youtube.com/watch?v=MOjnClK382Q

 

 

YAWNING SONS

Η ιδέα της δημιουργίας των YAWNING SONS προέκυψε όταν το 2008 ο Gary Arce έφτασε στο Λονδίνο για να αναλάβει την παραγωγή του δεύτερου άλμπουμ των SONS OF ALPHA CENTAURI. Μέσα σε μια μόλις εβδομάδα, ο Arce μαζί με το βρετανικό instrumental συγκρότημα έγραψε και ηχογράφησε υλικό για ένα ολόκληρο άλμπουμ που κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 2009. Το “Ceremony to the Sunset” αποτελεί μέχρι και σήμερα ένα σοκαριστικά πανέμορφο άλμπουμ και συνά μα ένα ακατέργαστο μουσικό διαμάντι, το οποίο, δίχως καμία υπερβολή, στέκεται επάξια δίπλα, όχι μόνο στα λαμπρότερα επιτεύγματα των YAWNING MAN, αλλά και ολόκληρης της σκηνής του Palm Desert. Λόγω της ambient ιδιοσυγκρασίας του, κάτω από την σκέπη του συνυπάρχουν στοιχεία από την παραδοσιακή ψυχεδέλεια του desert rock μέχρι και το post rock. Το συγκριτικό του πλεονέκτημα, ωστόσο, εντοπίζεται στις ίδιες τις συνθέσεις του. Δεν υπάρχει περίπτωση να μην λατρέψεις από την πρώτη ακρόαση το “Wetlands”, την φωνή και την κιθάρα του Lalli στο “Meadows” ή το υπνωτικό “Garden Sessions III” που φέρει την υπογραφή του Scott Reeder. Κάθε κομμάτι συνιστά μια αυτοτελή μουσική περιπλάνηση και ταυτόχρονα ένα παράθυρο αγαλλιαστικής απόδρασης από την πραγματικότητα. Απλά πατάς το play και χάνεσαι.

 

ZUN

Όταν σε ένα άλμπουμ σαν το “Burial sunrise” συνυπάρχουν μαζί με τον Gary Arce προσωπικότητες σαν τον stoner ιεροκήρυκα John Garcia και την τραγουδίστρια Serra Timms των IDES OF GEMINI, την ίδια στιγμή που είναι προσκεκλημένοι ο Robby Krieger, ο Mario Lalli καθώς και οι Bill Stinson και Harper Hug, δεν γίνεται καθόλου να μείνεις ασυγκίνητος. Ο χαρακτηριστικός κιθαριστικός τόνος του Arce είναι μεν ο κινητήριος μοχλός των ZUN έχοντας τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο, αλλά συγχρόνως αφήνει επαρκή χώρο, ώστε καθένας από τους υπόλοιπους να γεμίσει με τα δικά του χρώματα τον ηχητικό καμβά του άλμπουμ. Κάπως έτσι, η αλαβάστρινη ερμηνεία της Timms στα “Come through the Water” και “Solar incantation” μοιάζει με μια polaroid βγαλμένη μέσα από τα σιωπηλά καραβάνια της ερήμου, ενώ ο John Garcia αφήνει το φωνητικό και στιχουργικό του αποτύπωμα στα “Nothing farther” και “All that you say I am

 

YAWNING MAN @ An Club, 19/5/2017 (Sonic Ritual Fest)

Η ανυπομονησία, λοιπόν, για την πρώτη εμφάνιση των YAWNING MAN στην χώρα μας ήταν δεδομένα μεγάλη. O συνδυασμός του μοσχοκαπνισμένου post rock των HYPNOTIC NAUSEA με το fuzz-ιάρικο doom rock των GREEN YETI και το μεταλλοπυρακτωμένο stoner των DUEL, αποτελούσαν ένα άκρως δελεαστικό line up ακόμα και για τους πιο απαιτητικούς. Το Sonic Ritual Fest, με το δέλεαρ της παρθενικής έλευσης των YAWNING MAN και την ταυτόχρονη συμμετοχή τριών αξιόλογων σχημάτων κατάφερε να συνθέσει, στα δικά μου τουλάχιστον μάτια, ένα ελκυστικό πακέτο, το οποίο δυστυχώς δεν επιβραβεύτηκε με την ισχυρή παρουσία του κοινού στο An Club.

Λίγο προτού το ρολόι αγγίξει τις 1.30, οι YAWNING MAN πήραν επιτέλους τις θέσεις τους στην σκηνή. Οι πρώτες νότες του αλαβάστρινου “The secret language of Elephants” από το “Historical Graffiti”, ήταν αρκετές για να μας βάλουν κατευθείαν στο κλίμα, με τον Gary Arce στην μια κιθάρα να επωμίζεται με περίσσια άνεση τον ρόλο του μαέστρου σε μια εξ ορισμού πολύπειρη και συνάμα καλολαδωμένη μουσική μηχανή. Ο ήχος ευτυχώς ήταν από την αρχή πεντακάθαρος, καθιστώντας έτσι την μουσική επαφή με το συγκρότημα και την μικρή σκηνή του An, ακόμα πιο άμεση και δυνατή. Μια επαφή που άρχισε να λαμβάνει διαστάσεις τριπαρίσματος, αφού τα “Sand whip” και τα “Far-off adventure”, μέσα από το αριστουργηματικό “Nomadic Pursuits”, έφεραν στα μέτρα τους τον χωροχρόνο και μας διακτίνισαν μέχρι τα μοναχικά κατατόπια του Palm Desert, όπου οι θερμοκρασίες παραμένουν σχεδόν όλο τον χρόνο αφόρητα υψηλές.


Ειδικά σε αυτά τα δυο όπως και στα “The wind cries Evelyn” και “Rock Formations” που ακολούθησαν, οι επιδόσεις του σεμνού και στωικά ταπεινού Mario “Boomer” Lalli στο μπάσο, απέδειξαν περίτρανα γιατί δικαίως θεωρείται ως μια από τις επιδραστικότερες προσωπικότητες της desert rock σκηνής. Στο ύψος των περιστάσεων στάθηκαν, επίσης, τόσο ο Bill Stinson στα drums, που κάλυπτε με τη σιγουριά και την εμπειρία του το κάθε κενό που παρουσιάζονταν, όσο και στη δεύτερη κιθάρα ο γιος του Lalli, Dino, ο οποίος ήταν ο μοναδικός που έδειχνε να το νιώθει και να το απολαμβάνει περισσότερο απ’ όλους, όντας και ο πιο νέος σε ηλικία. Και εκεί που το πανέμορφο “Skyline pressure” από τον ομώνυμο δίσκο των TEN EAST, λίγο έλειψε να μας εκτοξεύσει στα άστρα δίχως επιστροφή, η μπάντα με απόφαση του Arce τράβηξε απότομα χειρόφρενο και ολοκλήρωσε μουδιασμένα το, διάρκειας μόλις 50 λεπτών set της με τα “Darkmeet” και “Underwater noise”, αφήνοντας εμφατικά στην απ’ έξω ύμνους σαν τα “Stoney Lonesome” ή το “Perpetual Oyster”.

Εν κατακλείδι, η βραδιά έκλεισε με μια έντονα γλυκόπικρη γεύση. Σαφώς και ήταν μια ανώμαλη προσγείωση αυτό που συνέβη με τους YAWNING MAN, ενδεχομένως και λόγω υπέρβασης του προκαθορισμένου χρόνου από τις υπόλοιπες μπάντες, οι οποίες κατά τ’ άλλα έδωσαν πραγματικά τον καλύτερό τους εαυτό. Η πιο έντονη παραφωνία είχε να κάνει, ωστόσο, με την θλιβερή και αδικαιολόγητα χαμηλή προσέλευση. Είναι ολοφάνερο, πλέον, πως η δημοφιλία του stoner στη χώρα μας έχει κάνει τον κύκλο της, ελέω των πάμπολλων ξένων ονομάτων που μας έχουν επισκεφτεί την τελευταία πενταετία και της ελιτίστικης προτίμησης του ελληνικού κοινού σε 2-3 δημοφιλή εγχώρια συγκροτήματα ή σε festivals του χαμού. Ακόμα κι έτσι βέβαια, η ιστορική σημασία και το μέγεθος των YAWNING MAN για την desert σκηνή είναι τέτοιο, που σε καμία περίπτωση δεν άξιζε μια προσέλευση, η οποία μετά βίας άγγιζε τα 80-100 άτομα. Κρίμα και πάλι κρίμα.

Επιμέλεια αφιερώματος: Πάνος Δρόλιας

[Η πρώτη μορφή του αφιερώματος δημοσιεύτηκε στο RockHard]