parallax background

AUTOMATON: Tartarus in disguise

the local fuzz team
14/12/2018
Άρθρα - Αφιερώματα
Automaton

Μολονότι η ανάπτυξη του όρου «ελληνική doom/sludge σκηνή» βρίσκεται ακόμα σε εμβρυακό στάδιο, η συναυλιακή όσο και η δισκογραφική πορεία των AUTOMATON αποδεικνύει περίτρανα, μέχρι στιγμής, πως αργά πλην όμως σταθερά μπαίνουν οι βάσεις ώστε να δημιουργηθεί ένας στιβαρός εγχώριος πόλος έκφρασης του συγκεκριμένου ήχου. To Local Fuzz επιχειρεί μια mini αναψηλάφηση των δισκογραφικών βημάτων του αθηναϊκού συγκροτήματος, τα οποία απέκτησαν πλέον ως δυναμικό σημείο αναφοράς την φετινή κυκλοφορία του άκρως εντυπωσιακού “Talos”.

Echoes of Mount Ida EP (Sound Effect Records, 2015 – έκδοση βινυλίου)

Μινιμαλισμός με κεφαλαία γράμματα. Αυτή ακριβώς είναι η πρώτη λέξη που σου καρφώνεται σχεδόν ακαριαία στο μυαλό όταν έρχεσαι σε επαφή με την μουσική των AUTOMATON. H κυκλοφορία του “Echoes of mount Ida” ΕP καθώς και η εντεινόμενη συναυλιακή παρουσία τους στο πλευρό γνωστών ονομάτων του doom/stoner ήχου αποτέλεσε ισχυρό δείγμα της ανοδικής πορείας τους.

Εν συγκρίσει με την έκδοση του CD, έχω την εντύπωση πως η επανακυκλοφορία του “Echoes of mount Ida” σε μορφή βινυλίου, κολακεύει ακόμη περισσότερο και συγχρόνως αναδεικνύει στο έπακρο τον χαρακτήρα του μουσικού αμαλγάματος που έχει δημιουργήσει το πενταμελές αθηναϊκό συγκρότημα. Για τους μη γνωρίζοντες, ουσιαστικά έχουμε να κάνουμε με ένα doom βαρύγδουπων διαστάσεων με αιχμή του δόρατος του riffs και αργόσυρτα, θανατερά ρυθμικά μέρη που αντλούν ισόποση δύναμη και έμπνευση από τις κοσμικές σεισμικές δονήσεις των UFOMAMMUT αλλά και την στιβαρή μονολιθικότητα των YOB και ELECTRIC WIZARD. Ανάμεσα σ’ όλα αυτά τα στοιχεία μπορεί κανείς άνετα να εντοπίσει ορισμένα διακριτικά ψήγματα ψυχεδέλειας, τα οποία όμως, ελλείψει και καθαρών φωνητικών, υπερκαλύπτονται από μια ambient ατμόσφαιρα εξόχως αποπνιχτική και δυσβάσταχτη.

Για να είμαστε απόλυτα ειλικρινείς βέβαια, το πραγματικό δέλεαρ της συγκεκριμένης κυκλοφορίας δεν είναι άλλο από το καινούριο “Fear”, στα synths/noise effects του οποίου συμμετέχει η cult περσόνα του Scott Heller από τους Δανούς space rockers ØRESUND SPACE COLLECTIVE. Ορεκτικό εν όψει της συνέχειας; Το θέμα είναι πως το έντονο φλερτ με την μινιμαλιστική ψυχεδέλεια των OM και NEUROSIS που φανερώνει το συγκεκριμένο κομμάτι μπορεί να αποδειχθεί το κατάλληλο ναρκωτικό που θα τους σπρώξει σε άλλο επίπεδο στο επόμενο τους βήμα.

Συμπερασματικά, η βινυλιακή έκδοση του “Echoes of mount Ida” είναι ικανή να προσελκύσει το ενδιαφέρον αποκλειστικά και μόνο εκείνων που λατρεύουν τις αέναες περιπλανήσεις στα αχανή μονοπάτια του αβυσσαλέου, μονολιθικού doom metal. Προσωπικά μπορώ να πω ότι μου φάνηκε αρκετά ελκυστικό ως παρθενικό δείγμα, αλλά για πιο ασφαλή συμπεράσματα μπορούν να εξαχθούν από το πρώτο ολοκληρωμένο δισκογραφικό βήμα τους. 

Talos (Sound Effect Records, 2018)

Σαρδόνιος γέλως. Σύμφωνα με την κρητική μυθολογία, με αυτόν ακριβώς τον σαδιστικό όσο και καγχαστικό τρόπο συνήθιζε ουσιαστικά να αποτελειώνει τα θύματα του ο Τάλως, είτε πέφτοντας μαζί τους στις φλόγες είτε, κατά μια άλλη εκδοχή του μύθου, αγκαλιάζοντας και καίγοντας τις σάρκες τους με την πυρακτωμένη θερμότητα που εκπεμπόταν από το σώμα του. Τι θα συνέβαινε όμως αν ο Τάλως επέστρεφε στην σημερινή πραγματικότητα, όχι με την μορφή του γιγάντιου, χάλκινου, αδυσώπητου τέρατος που προστάτευε τις ακτές της αρχαίας Κρήτης αλλά με την ιδιότητα του προστάτη της δικαιοσύνης και των αδυνάμων;

Η απάντηση έρχεται με στόμφο από το δεύτερο άλμπουμ των AUTOMATON. Οι μινιμαλιστικοί βρυχηθμοί του πολλά υποσχόμενου “Echoes of Mount Ida” δίνουν αυτή τη φορά τη θέση τους σε μια ψυχεδελική μέθεξη που συμπιέζεται αργά και βασανιστικά πάνω σε έναν ληθαργικό καμβά κατραμισμένων ηχοχρωμάτων. Εκείνο που παραμένει βεβαίως ακλόνητο ως σημείο αναφοράς δεν είναι άλλο από την στοιχειωτική, κλειστοφοβική ατμόσφαιρα υπό την σκέπη της οποίας συγκεράζονται μετά μανίας θορυβώδη ντεσιμπέλ που αξιοποιούν στο έπακρο τις ηφαιστιογενείς doom αναταράξεις του “The great cessation” των YOB, αναψηλαφίζουν με κατάνυξη την ambient λόχμη που σχημάτισαν οι NEUROSIS με το “Times of Grace” και δημιουργούν παράλληλα χώρο μέχρι και για ορισμένα διακριτικά black metal θροΐσματα.

Εννοείται φυσικά πως το εν λόγω ηχητικό ψηφιδωτό απορροφά ισόποση ένταση και έμπνευση από το (παν)έξυπνα δομημένο όσο και άρτια ξεδιπλωμένο στιχουργικό concept, παρόλα αυτά όμως η ουσιαστική διαφορά οφείλεται περισσότερο στο ότι και τα πέντε μέλη του αθηναϊκού συγκροτήματος παρουσιάζονται πιο δεμένα μεταξύ τους και προπάντων πολύ πιο κοντρολαρισμένα, με συνέπεια να διοχετεύουν με μεγαλύτερη μεθοδικότητα, πειστικότητα και χειρουργική ακρίβεια τις αβυσσαλέες ορέξεις τους από την αρχή μέχρι το τέλος του δίσκου. Η ραγδαία βελτίωση γίνεται αισθητή άλλωστε και από το ερεβώδη vibes που κατακλύζουν συνθέσεις σαν τα εναρκτήρια “Trapped in Darkness” και “Giant of steel”, την ίδια στιγμή που τα “The punisher” και “Submerged again” απλώνουν τα μονολιθικά πλοκάμια τους και σε σφίγγουν με τέτοια ένταση ώστε να αναγκάζεσαι να ψάχνεις συνεχώς για ανάσες. Το μεγαλύτερο φετίχ του δίσκου, ωστόσο, αποτελεί το ανατριχιαστικό, εξόχως υποβλητικό όσο και σοκαριστικό “Ο Τάλως Ξυπνά (Talos Awakens)”. Δεν είναι μονάχα η λύρα και η φωνή του Ψαραντώνη που εναρμονίζεται πλήρως με το μουσικό ύφος των AUTOMATON, ούτε βέβαια το prog σολάρισμα στη μέση του κομματιού. Η ιδιαιτερότητα του σχετίζεται πάνω απ’ όλα με το γεγονός ότι καταφέρνει και σε εγκλωβίζει σε ένα ασταμάτητο συναισθηματικό σύρσιμο, βγαλμένο από τα καλύτερα και πιο ψυχοφθόρα κινηματογραφικά noir δράματα.

Πίσω από την εσχατολογική του διάθεση, το “Talos” εκπέμπει μια παράξενη γοητεία. Αρκετή ομολογουμένως ώστε να δημιουργήσει έναν εξαρτησιογόνο δεσμό με το αυτί ακόμα και του πιο υποψιασμένου ακροατή που περηφανεύεται στωικά πως έχει ακούσει τα πάντα, υπεραρκετή συγχρόνως ώστε να πιστοποιήσει ότι συγκαταλέγεται στη λίστα με τις καλύτερες και ποιοτικότερες κυκλοφορίες της φετινής χρονιάς από τον χώρο του ψυχεδελικού doom metal. Πιο ιδανική επιλογή για την συνοδεία των κρύων χειμωνιάτικων βραδιών που είναι ήδη προ των πυλών από ετούτο το άλμπουμ δεν υπάρχει.

Πάνος Δρόλιας

[Η πρώτη μορφή των κειμένων δημοσιεύτηκε στο RockHard]